Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου 2009

Τρίτη, 27 Οκτωβρίου 2009

Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2009

ΕΙΚΟΝΕΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ








Δημοσίευμα από την εφημερίδα"Πρωινός Λόγος"

Ο εορτασμός του ελληνικού έπους του 1940 είναι πηγή δύναμης για το έθνος, γιατί αντλεί δυνάμεις, για να προχωρήσει μπροστά. Γιατί η τιτάνια εκείνη αναμέτρηση της Φυλής μας με τα οκτώ εκατομμύρια λόγχες της φασιστικής Ιταλίας, επέδρασε αποφασιστικά στην έκβαση του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, γιατί το Ελληνικό Επος στα Βορειοηπειρωτικά βουνά έδωσε την πρώτη νίκη στα ελεύθερα έθνη, ενώ ολόκληρη σχεδόν η ηπειρωτική Ευρώπη βρίσκονταν κάτω από το πέλμα του Χίτλερ και διέψευσε το θρύλο του αήττητου του Αξονα.
Ακόμη ο αγώνας των Ελλήνων ανέτρεψε τα σχέδια του Μουσολίνι στη Βόρειο Αφρική και βοήθησε τη Μεγάλη Βρετανία στην αντεπίθεση της. Το αναγνώρισε ο Λόρδος Χάλιφαξ, στις 17 Δεκεμβρίου 1940, διακηρύσσοντας ότι η ελληνική αντίσταση στην Αλβανία διευκόλυνε τη λιβική επίθεση.
Αλλά και για την άσπονδη φίλη μας Τουρκία υπήρξε ευνοϊκή η νικηφόρα δράση των ελληνικών όπλων στα Βορειοηπειρωτικά βουνά. Τη σημασία που είχε ειδικότερα για την Τουρκία η ελληνική αντίσταση κατά του Αξονα εκθέτει ο Τσώρτσιλ, την 3 Νοεμβρίου 1940 στον Ηντεν: "Η κατάρρευση της Ελλάδος, χωρίς καμία δική μας προσπάθεια, θα έχει θανάσιμη επίδραση επί της Τουρκίας και του μέλλοντος του πολέμου".
Επιγραμματική επίσης εικόνα της αξίας της ελληνικής θυσίας, δίνει και ο Τούρκος δημοσιογράφος Χουσεϊν Τζαχήντ στην τουρκική εφημερίδα "Γενή Σαμπάχ": "Εάν η Ελλάδα δεν απαντούσε στο ιταλικό τελεσίγραφο με την αναγκαία τόλμη και δεν εμάχετο κατόπιν με ηρωισμό, που κατέπληξε τον κόσμο, ο ιταλικός στρατός θα βρισκόταν τώρα στα τουρκικά σύνορα και η Ιταλία θα δοκίμαζε το ίδιο παιχνίδι και εναντίον της χώρας μας".
Αλλά πάνω απ' όλα ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει πως τον είδαν τον πόλεμο του'40 από την άλλη πλευρά του λόφου, βάσει των επισήμων ιταλικών αρχείων και μαρτυριών Ιταλών ηγητόρων της εποχής. Είναι γεγονός ότι μεταξύ των Ιταλών αξιωματικών και στρατιωτών είχε καλλιεργηθεί από τη φασιστική προπαγάνδα η πεποίθηση ότι επρόκειτο για ένα στρατιωτικό περίπατο. Ολοι οι στρατιώτες, μας αποκαλύπτει ο στρατηγός Ράντσα, διοικητής των αεροπορικών δυνάμεων στην Αλβανία, αποχαιρετούσαν τους φίλους τους με την κραυγή "αριβεντέτσι μετά δυο εβδομάδες".
Περισσότερο, όμως, αισιόδοξος όλων για έλλειψη μαχητικότητας από μέρος των Ελλήνων παρουσιάζεται το ίδιο το Ιταλικό Επιτελείο Στρατού. Πράγματι, στην τελική διαταγή επιχειρήσεων της 20ης Οκτωβρίου 1940, διατυπώνονται οι εξής καταπληκτικές προβλέψεις: "Είναι προφανές ότι λόγω των εξαιρετικά ευνοϊκών καταστάσεων, όπως η σοβαρή εσωτερική ελληνική κατάρρευση και ως εκ τούτου αξιόλογη μείωση της ενότητας για αντίσταση, η προέλαση από την Ηπειρο προς την Αθήνα και οι επιχειρήσεις από την Ηπειρο προς την Αθήνα και οι επιχειρήσεις του τομέως Κορυτσάς, θα μπορέσουν να αρχίσουν χωρίς την αναμονή των ενισχύσεων".
Εξ ίσου χαρακτηριστικά μαρτυρία του αλαζονικού πνεύματος που επικρατούσε κατά την έναρξη της εκστρατείας συνιστούν και όσα μετέδωσε ο Ιταλός παρατηρητής (πολιτικός διοικητής) στην Αλβανία Γιακομόνι στην Πράσκα, στις 2 Νοεμβρίου, εξ ονόματος του Μουσσολίνι και του Τσιάνο: "Οταν φτάσεις στην Πρέβεζα θα ονομασθείς στρατηγός Στρατιάς (Τζενεράλε ντ'Αρμάτα) και όταν φτάσεις στην Αθήνα στρατηγός της Ιταλίας (Μαρσέλο ντ'Ιτάλια).
Τα πρώτα σύννεφα...

Οπως επεσήμανε, όμως, χαρακτηριστικά σε μια ενδιαφέρουσα ανάλυση του ελληνοϊταλικού πολέμου ο Γ.Κατσιμήτρος (γιος του Χαράλαμπου Κατσιμήτρου) οι ελπίδες και οι προσδοκίες των Ιταλών για μια κεραυνοβόλο εξέλιξη των στρατιωτικών τους επιχειρήσεων δεν διάρκησαν για πολύ. Εξι μόνον ημέρες από την έκρηξη του πολέμου, στις 3 Νοεμβρίου, εμφανίζονται στον ορίζοντα τα πρώτα σύννεφα. Οι πρώτες δυσμενείς εξελίξεις και οι πρώτες τους απογοητεύσεις.
Ο στρατηγός Αρμελλίνι, υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου, με βαρειά καρδιά σημειώνει στο "Πολεμικό του Ημερολόγιο": "Ο πόλεμος στην Ελλάδα προχωρεί αργά και μέσα σε μεγάλες δυσχέρειες... Αντίσταση κατά των στρατευμάτων μας, τα οποία προελαύνουν στην Ηπειρο, ενώ θα έπρεπε κατά τις πληροφορίες που μας δίνονταν, να έχουν δεκτά με ανοικτές αγκάλες...
Οι αρχικές εκπλήξεις δημιουργούν πλέον στην ανώτατη ιταλική ηγεσία κλίμα ανησυχίας και απόγνωσης. Την 4η Νοεμβρίου συνέρχονται σε σύσκεψη υπό την προεδρία του Μουσσολίνι οι αρχηγοί των Επιτελείων προκειμένου να λάβουν αποφάσεις για τα επιβαλλόμενα μέτρα για την αντιμετώπιση της κατάστασης στο μέτωπο.
Κατά τη σύσκεψη αυτή, αφού αναγνωρίστηκε η αποτυχία της επιχείρησης, που ανέλαβε ο ιταλικός στρατός, αποφασίζεται η αποστολή σταδιακά στην Αλβανία δώδεκα και πλέον μεραρχιών, προκειμένου στην κατάλληλη στιγμή να αναπτυχθεί νέα ευρύτερη επιχείρηση ικανή να φέρει αποτελέσματα. Στην ίδια σύσκεψη αποφασίστηκε η αντικατάσταση του Ανώτατου Διοικητή στην Αλβανία, στρατηγού Πράσκα, με το στρατηγό Ουμπάλντο Σοντού, μέχρι τότε υφυπουργό των Στρατιωτικών.
Ο Τσιάνο στις 6 Νοεμβρίου σημειώνει στο ημερολόγιο του: "Ογδόη ημέρα των επιχειρήσεων, η πρωτοβουλία έχει περιέλθει στον εχθρό (τους Ελληνες). Δεν νομίζω ότι εφτάσαμε στο σημείο να κτυπάμε το κεφάλι μας, αν και πολλοί αρχίζουν να το κάνουν...". Στις 28 Νοεμβρίου ο Τσιάνο σημειώνει: "Ασχημα νέα από την Αλβανία. Η ελληνική πίεση συνεχίζεται, ενώ η δική μας αντίσταση εξασθενεί. Εαν οι Ελληνες διαθέτουν δυνάμεις μπορούν να μας δημιουργήσουν μεγάλες οδύνες".
Στις 30 Νοεμβρίου ο Μουσσολίνι συγκαλεί το υπουργικό συμβούλιο και εκθέτει στους απληροφόρητους ακόμη υπουργούς την κατάσταση στο μέτωπο. Αναλαμβάνει την ευθύνη της πολιτικής απόφασης του πολέμου, αλλά ρίχνει βαρύτατες κατηγορίες κατά του στρατάρχη Μπαντόλιο. Τη νύχτα της 3ης Δεκεμβρίου φθάνει στο Μουσσολίνι εκτενής τηλεγραφική αναφορά του στρατηγού Σοντού, στην οποία αφού εξέθετε τη σοβαρότητα της στρατιωτικής καταστάσεως στα μέτωπα των δυο ιταλικών στρατιών (9ης και 11ης) και διασαφήνιζε την αδυναμία να αντιδράσει με ενέργειες στρατιωτικού χαρακτήρος, τον παρακαλούσε να προωθήσει πολιτική λύση της καταστάσεως.
Από εκεί και πέρα οι καταθλιπτικές πληροφορίες για τους Ιταλούς πολλαπλασιάζονται. Για το τραγικό πέρασμα του Μουσσολίνι από την αλαζονεία στην απόγνωση ο ιστορικός συνεργάτης της "Ντομένικο ντελ Κορριέρα" Φράνσις Μπαντίνι έδωσε τις ωραιότερες περιγραφές. Λίγο αργότερα, όταν κάποια μέρα γύριζε σαν το θηρίο στο κλουβί, μέσα στο γραφείο του φώναζε απελπισμένα:

-Πρέπει να το πάρουμε απόφαση πως δεν γίνεται πια τίποτε! Οσο γελοίο και απίστευτο και αν φαίνεται το πράγμα, είναι η μαύρη αλήθεια. Δεν μας μένει τίποτε άλλο παρά να ζητήσουμε τη μεσολάβηση του Χίτλερ για ανακωχή!

Και ο Τσιάνο του απάντησε:

-Αδύνατον! Πριν τηλεφωνήσω στο Ρίμπεντροπ, θα φυτέψω μια σφαίρα στο κεφάλι μου!

Ο Μουσολίνι νευρικός και περίλυπος τον διακόπτει:
"Καλά θα κάνουμε να πάμε όλοι μαζί να πνιγούμε!"

Εκείνο, όμως που αξιολογεί περισσότερο από κάθε άλλο το Ελληνικό θαύμα του 1940 και δεν χρειάζεται να κλείσουμε την καταγραφή μας στο πως είδαν οι τότε αντίπαλοι μας την εκπληκτική ανάσταση της Ελληνικής Ψυχής με δικά μας εγκώμια, είναι το επιμύθιο του άρθρου του Ιταλού ιστορικού Φράνκο Μπαντίνι: "Στις αρχές του 1941, γράφει ο Ιταλός ιστορικός, ο Ελληνικός Στρατός εξαπέλυσε επίθεση στο Τεπελένι. Ηταν η τελευταία. Μια καταπληκτική συρροή περιστάσεων, μια αναμφισβήτητη ικανότητα και μια αναμφισβήτητα γενναιότητα έδωσαν, ύστερα από 24 αιώνες στους Ελληνες την ευκαιρία να αποδείξουν πως ήταν οι άξιοι απόγονοι των ηρώων της ναυμαχίας της Σαλαμίνας και του στενού των Θερμοπυλών".
Τα γραφόμενα του Ιταλού ιστορικού δίνουν από μόνα τους την απάντηση σε όσους αμφισβητούν τη συνέχεια της Ελληνικής Φυλής από τα βάθη των αιώνων μέχρι σήμερα. Δυστυχώς, όμως, τα τελευταία χρόνια κάνομε ό,τι μπορούμε να τη νοθεύσομε με την αλόγιστη είσοδο μεταναστών από όλα τα σημεία του ορίζοντα. Η Ελλάδα έπραξε, όπως πάντα, το καθήκον της, πιστή στα ιδανικά της ελευθερίας και της δημοκρατίας.
Σήμερα, το πνεύμα της Νέας Τάξης και της Παγκοσμιοποίησης εξαφανίζει ύπουλα από την ψυχή των νέων ανθρώπων την αγάπη προς την πατρίδα και την προσήλωση στα υψηλά ιδανικά, για τα οποία όλες οι γενεές των προγόνων μας αγωνίστηκαν με αυταπάρνηση και αυτοθυσία και έχυσαν ποταμούς αιμάτων.
Θλίψη και απογοήτευση κυριεύει την ψυχή κάθε Ελληνα που πιστεύει στα ιδανικά αυτά, όταν ακούει νεαρούς εθνοπατέρες να λένε με καμάρι: "Δεν με ενδιαφέρει τι έγινε το 1940!..."
O tempora, o mores!�

28 Οκτωβρίου 1940: Μια ιστορική εθνική επέτειος που, κάθε χρόνο, γιορτάζεται με κάθε επισημότητα, σε κάθε γωνιά της Ελλάδας.
Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος είχε αρχίσει από το 1939, με τη γερμανική εισβολή στην Πολωνία. Στις 10 Ιουνίου η Ιταλία εισέρχεται στον πόλεμο και τον Αύγουστο του 1940, θα προκαλέσει τη χώρα μας με τον τορπιλισμό στην Τήνο του ευδρόμου «Έλλη», ανήμερα της μεγάλης γιορτής της Παναγίας.
Είναι ο προάγγελος της ιταλικής επίθεσης στην Ελλάδα, που προετοιμάζεται με κάθε μυστικότητα, πριν αυτή εκδηλωθεί στις 28 Οκτωβρίου του 1940.
Η χώρα μας, χωρίς να διαθέτει τα τεράστια πολεμικά μέσα των εισβολέων Ιταλών και με μόνα όπλα της την ψυχή και τη γενναιότητα του λαού της είπε ΟΧΙ στο ιταμό τελεσίγραφο του Ιταλού δικτάτορα Μουσολίνι, καταφέρνοντας, στο μέτωπο της Αλβανίας, καίριο κτύπημα στις ιμπεριαλιστικές του φιλοδοξίες, σε σημείο ταπείνωσης, γεγονός που ανάγκασε τον επίσης δικτάτορα της Γερμανίας, τον Χίτλερ, να ανασυντάξει τα πολεμικά του πλάνα και να προστρέξει σε βοήθεια του φανφαρόνου συμμάχου του.
Η Ελλάδα, αφού αντιστάθηκε ηρωικά στις σιδηρόφρακτες στρατιές του Χίτλερ, υπέκυψε στις κατά πολύ ανώτερες στρατιωτικές του δυνάμεις και αναπόφευκτα υπέστη στις 24 Απριλίου 1941, την τριπλή κατοχή από τις συνασπισμένες δυνάμεις της Γερμανίας, της Ιταλίας και της Βουλγαρίας.
Κι από την σκληρή αυτή κατοχή ξεπήδησε η εποποιϊα της Εθνικής Αντίστασης, που σε συνδυασμό με τις νίκες των συμμάχων οδήγησαν στην πτώση των δυνάμεων του ναζιστικού και φασιστικού άξονα και στην απελευθέρωση της χώρας μας.
Αυτό είναι με λίγα λόγια το ιστορικό πλαίσιο της μεγάλης αυτής ιστορικής επετείου.
Όμως τα Δωδεκάνησα την περίοδο εκείνη είναι σκλαβωμένα, υπό την κατοχή των Ιταλών, που μετά τη συνθήκη της Λωζάνης το 1923, απέκτησαν κυριαρχικά δικαιώματα με βάση το διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συνθήκες.
Και όσο κι αν είναι αντιφατικό και οξύμωρο, από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940, άρχισε να ξαναγεννιέται η ελπίδα ότι μαζί με τη νίκη των ελληνικών και συμμαχικών δυνάμεων, θα ερχόταν επιτέλους και η ώρα της δικής τους απελευθέρωσης.
Ας δούμε όμως υπό μορφή χρονολογίου τα κυριότερα γεγονότα από την έναρξη του Β' παγκοσμίου πολέμου, μέχρι τα χρόνια της Κατοχής.
1 Σεπτεμβρίου 1939
Γερμανική εισβολή στην Πολωνία. Η Γαλλία, η Μεγάλη Βρετανία και οι κτήσεις της κηρύσσουν τον πόλεμο στη Γερμανία. Η Ιταλία από τις 7 Απριλίου του 1939 είχε καταλάβει την Αλβανία.
9 Απριλίου 1940
Γερμανική επίθεση στη Δανία και τη Νορβηγία.
10 Μαϊου 1940
Γερμανική επίθεση στην Ολλανδία το Βέλγιο και τη Γαλλία, που θα συνθηκολογήσει στις 22 Ιουνίου.
10 Ιουνίου 1940
Η Ιταλία εισέρχεται στον πόλεμο. Δημιουργείται έτσι ο γερμανοϊταλικός Άξονας.
Ιούνιος-Ιούλιος 1940
Η Σοβιετική Ένωση καταλαμβάνει την Εσθονία, τη Λιθουανία, τη Λετονία, τη Βεσαραβία και άλλα όμορα εδάφη.
Αύγουστος 1940
Οι Ιταλοί εισβάλλουν στην Αίγυπτο και οι Βρετανοί στη Σομαλία.
4 Οκτωβρίου 1940
Συνάντηση Χίτλερ και Μουσολίνι. Καμιά αναφορά για Ελλάδα και Ρουμανία.
28 Οκτωβρίου 1940
Στις τρεις τα ξημερώματα της Δευτέρας, 28 Οκτωβρίου του 1940, για τους Ιταλούς η δεκάτη ογδόη επέτειος από την φασιστική «πορεία προς τη Ρώμη», που έφερε, το 1922, τον Μουσολίνι στην εξουσία, ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα Γκράτσι, επισκέπτεται, στην οικία του, τον πρωθυπουργό της Χώρας, Ιωάννη Μεταξά και του επιδίδει τελεσίγραφο με το οποίο ζητούσε, εντός τριών ωρών, την ελεύθερη διέλευση και στάθμευση των ιταλικών στρατευμάτων στην Ελλάδα.

Με τη γαλλική φράση « Alors , c ' est la guerre », που σημαίνει « Πόλεμος λοιπόν », ο Μεταξάς απορρίπτει το ιταμό ιταλικό τελεσίγραφο και απευθύνει διάγγελμα προς τον ελληνικό λαό.
Αρχίζει έτσι η ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας, στο αλβανικό μέτωπο, την ώρα που ο λαός διαδηλώνοντας στους δρόμους της Αθήνας κατά της Ιταλίας, τρέχει με ενθουσιασμό να καταταγεί και να πολεμήσει στο μέτωπο.
Η Ιταλία επιδιώκει μ' αυτήν την αιφνιδιαστική, ακόμη και για τους συμμάχους της, επίθεση, δύο στόχους: Να δημιουργήσει αντιπερισπασμό στις επιτυχίες του Χίτλερ, βάζοντας φρένο στη γερμανική εξάπλωση στο βαλκανικό χώρο και ταυτόχρονα, να περιορίσει τις βρετανικές θέσεις στη Μεσόγειο. Η Ελλάδα, εμπόδιο σ' αυτές της τις φιλοδοξίες, έπρεπε με κάθε τρόπο τιμωρηθεί.